το παράξενο φως του έρωτός μου

Ψεύτικα αισθήματα
ψεύτη του κόσμου!
Μα το παράξενο
φως του έρωτός μου
φέγγει στου σκότεινου
δρόμου την άκρη:
Με το παράπονο
και με το δάκρυ,
κόρη χλωμόθωρη
μαυροντυμένη.
Κι είναι σαν αίνιγμα,
και περιμένει.
Λάμπει το βλέμμα της
απ‘ την ασθένεια.
Σάμπως να λιώνουνε
χέρια κερένια.
Στ‘ άσαρκα μάγουλα
πως έχει μείνει
πίκρα το νόημα
γέλιου που σβήνει!
Είναι το αξήγητο
το μικροστόμα
δίχως το μίλημα,
δίχως το χρώμα.
Κάποια μεσάνυχτα
θα σε αγαπήσω,
Μούσα. Τα μάτια σου
θαν τα φιλήσω,
να ‚βρω γυρεύοντας
μες στα νερά τους
τα χρυσονείρατα
και τους θανάτους,
και τη βασίλισσα
λέξη του κόσμου,
και το παράξενο
φως του έρωτός μου.

Καρυωτάκης Γ. Κωνσταντίνος. ΠΟΛΥΜΝΙΑ.

Advertisements

if you want to start being an anthropologist in 2018

learn a language, study subjects other than anthropology, and get to know people that you don’t normally interact with in your daily life. By the time you’ve done all of that, graduate school will be a breeze! And if you are really lucky, you might discover a way to use all these newfound skills without having to go to pursue an academic career! Have a happy New Year, and good luck!

https://anthrodendum.org/2018/01/01/start-an-anthropology-career-in-2018/

η φλόγα έσβησε

<Αφίην τους οφειλέτες μου>>

Γέρων τώρα καθήμενος επί αμυδρού φωτισμού
ξεδίπλωσα το χαρτί που σε όλη μου τη ζωή σημείωνα
συκοφαντίας, ζηλοφθονίας, μικροψυχίας, αρνητικά συναισθήματα.
Που περιτυλιγμένα <<φίλοι και γνωστοί>> ως δώρα μου έδωσαν.
Αφού για τελευταία φορά το διάβασα,
είπα << Αφίην τους οφειλέτες μου >>.
Την άκρη του ακουμπώντας στα αναμέενα κάρβουνα
που στο μαγκάλι ήταν,
ως γέρων που για να ζεσταίνουμε το είχα.
Ξάφνου πρασινόγλωσση φλόγα
του χαρτιού την άκρη μαυρίζοντας,
άρχισε χορό στα κίτρινα και κόκκινα ντυμένη .
Απολάμβανα την φλόγα καθώς έβλεπα
τα άσχημα να τρώει συναισθήματα,
που ανθρώπους τυραννούν!
Όταν και στην τελευταία γωνία του χαρτιού χόρεψε ,
η φλόγα έσβησε.
Βλέποντας το καρβουνιασμένο χαρτί,
από εμένα τι αύριο θα μείνει συλλογίστηκα,
έπρεπε της φλόγας το χορό αυτόν να έβλεπα,
όταν νεότερος ήμουν
Το χαρτί, βάρος ασήκωτο αν και χαρτί αυτό έχει,
που τόσα χρόνια άδικα κουβαλούσα !
Να περάσουν τόσες ανατολές έπρεπε
για να καταλάβω στη δύση μου,
ότι οι μεγάλες Ψυχές
ποτέ δεν γράφουν οφειλήματα.
ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΨΙΧΕΣ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΟΥΝ ΠΡΕΠΕΙ!
Ανάλαφρος τώρα,
έτοιμος πλέον είμαι για το μεγάλο ταξίδι ,
ως Γέρων, να αναχωρήσω !

Γιάννης Β. Χατζηβασίλης

(στην Όλυμπο της Καρπάθου…)

A poem is when you have the sky in your mouth

It is hot like fresh bread,
is when you hear
the heartbeat of a stone,
when words beat their wings.
is words turned upside down
and suddenly!
the world is new

Jean-Pierre Siméon/Joy Sorman 2007. This is a Poem that Heals Fish.

https://www.brainpickings.org/2017/03/24/this-is-a-poem-that-heals-fish/

and my poem is my silence

the need to go from one place to another

Ratchett: Well, hello.
Mrs. Hubbard: Eyes linger any longer and I’ll have to charge for rent.
Ratchett: I’ll pay.
Mrs. Hubbard: Have another drink.
Ratchett: Are you insulted?
Mrs. Hubbard: Disappointed. Some men have a good look. All they have to do is keep their mouth shut and they can take home any prize they want. Still the mouth opens.

τοῦ Ὀνείρου οι ἱππότες

Οἱ Δὸν Κιχῶτες πᾶνε ὀμπρὸς καὶ βλέπουνε ὡς τὴν ἄκρη
τοῦ κονταριοῦ ποὺ ἐκρέμασαν σημαία τους τὴν Ἰδέα.
Κοντόφθαλμοι ὁραματιστές, ἕνα δὲν ἔχουν δάκρυ
γιὰ νὰ δεχτοῦν ἀνθρώπινα κάθε βρισιὰ χυδαία.

Σκοντάφτουνε στὴ Λογικὴ καὶ στὰ ραβδιὰ τῶν ἄλλων
ἀστεῖα δαρμένοι σέρνονται καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
ὁ Σάντσος λέει «δὲ σ᾿ τὸ ῾λεγα;» μὰ ἐκεῖνοι τῶν μεγάλων
σχεδίων, ἀντάξιοι μένουνε καί: «Σάντσο, τ᾿ ἄλογό μου!»

Ἔτσι ἂν τὸ θέλει ὁ Θερβάντες, ἐγὼ τοὺς εἶδα, μέσα
στὴν μίαν ἀνάλγητη Ζωή, τοῦ Ὀνείρου τοὺς ἱππότες
ἄναντρα νὰ πεζέψουνε καί, μὲ πικρὴν ἀνέσα,
μὲ μάτια ὀγρά, τὶς χίμαιρες ν᾿ ἀπαρνηθοῦν τὶς πρῶτες.

Τοὺς εἶδα πίσω νά ῾ρθουνε — παράφρονες, ὡραῖοι
ρηγάδες ποὺ ἐπολέμησαν γι᾿ ἀνύπαρχτο βασίλειο —
καὶ σὰν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πὼς ρέει,
τὴν ἀνοιχτὴ νὰ δείξουνε μάταιη πληγῆ στὸν ἥλιο!

Κ. Καρυωτάκης 1921, Νηπενθή . ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ.

 

 

Der Regenmacher

 

Πατέρα, ας αφήσουμε τα ψέματα. Ξέρω, γιατί με στείλατε στο Σουητρίβερ. Γιατι ο θείος Νεδ έχει έξι αγόρια. Τρία απο αυτά είναι κι όλας σε ηλικία, που πρέπει να παντρευτούνε. Κι εγώ το ίδιο. Λυπάμαι που κάνατε τόσα έξοδα – τα ναύλα μου κι όλα εκέινα τα καινούργια ρούχα – αλλά το ταξίδι απέτυχε. Μήπως δεν ήξερα γιατί βρισκόμουν εκεί; μήπως δεν το ξέρανε όλοι τους; Λοιπόν. Δε μου ήταν ευχάριστο να νοιώθω τα μάτια τους καρφωμένα απάνω μου όλη την ώρα. Γι αυτό μόλις τελειώναμε το φαί, κλεινόμουν στο δωμάτιο μου. Γέμιζα τη βαλίτσα μου, την άδειαζα, έλουζα τα μαλλιά μου, διάβαζα και ξαναδιάβαζα έναν κατάλογο επίπλών, που βρήκα σ’ ένα συρτάρι… Ώσπου στο τέλος μ’ έπιασε τρέλα και είπα: Μάγκυ, είπα, δεν ντρέπεσαι; κουνήσου λιγάκι… Έτυχε ναναι Σάββατο βράδυ κι ήξερα πως θα πήγαιναν όλοι στο χορό του ροντέο… Τι έκανα λοιπόν… Λουσαρίστηκα, φόρεσα τα ψηλότερα μου τακούνια και το πιο ντεκολτέ μου φουστάνι. Κι όταν κατέβηκα στην τραπεζαρία και γύρισαν όλοι εκείνοι οι μαντράχαλοι και με κοίταζαν, ένοιωσα σαν νάμουν εντελώς γυμνή. Για κάμποση ώρα δεν άκουγες τίποτ’ άλλο, παρά το θείο Νεδ, που ρουφούσε τη σούπα του. Και ξαφνικά με δυνατή φωνή σαν πιστολιά ο μεγάλος του γιος με ρωτάει, Μάγκυ μου λέει, πόσο ζυγίζεις; Ζυγίζω 55 κιλά, έχω ύψος 1,65 και δεν έχω ούτε ένα ψεύτικο δόντι. Πέρασαν κάπου δέκα λεπτά χωρίς να μιλάει κανεις. Τότε μπήκε τρέχοντας ο μικρός ο Πήτερ. Κρατούσε ένα βιβλίο γεωγραφίας και ρωτάει: πατέρα που είναι η Μαδαγασκάρη; Κι εγώ σκέφτηκα πως θα ήταν μια ευκαιρία να κάνω μια καλή εντύπωση και λέω: Είναι μια νήσος εις τον Ινδικόν Ωκεανόν, πλησίον τη ακτή της Αφρικής, απένατι της Μοζαμβικής. (Με πόνο). Φταίω εγώ, αν ήμουν καλή στη γεωγραφία; έπεσε τέτοια μουγκαμάρα, λες κι είχε φτάσει το τέλος του κόσμου. Κι ύστερα ακούω τον πιο μεγάλο να λέει: Οι γραμματισμένες δεν είναι καλές παρά μόνο για δασκάλες. Κι έστι δεν πήγα μαζί τους στο ροντέο. Έμεινα σπίτι και ξαναδιάβασα τον κατάλογο των επίπλων.