Fable of the Mermaid

All those men were there inside
When she came in, completely naked
They had been drinking and began to spit
But having come from the river, she understood nothing
She was a mermaid and was lost
Their insults flowed down her perfect, smooth flesh
Their filth enveloped her golden breasts
But not knowing tears, she did not weep tears
Not knowing clothes, she didn’t put on clothes
They tattooed her with cigarettes and burnt corks
They laughed till they fell to the floor of the bar
But not knowing words, she didn’t say a word
Her eyes were the color of distant love
Her arms were like two topaz twins
Her lips were cut by the coral light
And then, suddenly, she just walked out the door
She entered the river and was clean again
She shone like a white stone lying in the rain
And without looking backwards, she swam once again
Out towards nothingness, out towards death

PABLO NERUDA: “FABLE OF THE MERMAID AND THE DRUNKS”

John William Waterhouse 1900: A Mermaid

 

 

Advertisements

πιο… πλανητικού ακόμα… …

Γράφει σ’ ένα από τα ταξιδιωτικά του ο Κώστας Ουράνης:

«Έναν άλλο τύπο «ακίνητου» ταξιδιώτη, αλλά πιο ιδιόρρυθμου, πιο… πλανητικού ακόμα, γνώρισα κάποτε στην Πορτογαλία. Επισκεπτόμουν ένα ακρωτήριό της, που αποτελεί το ακρότατο σημείο της Ευρώπης μέσα στον Ατλαντικό Ωκεανό. Είναι ένα ακρωτήριο βραχώδες ― και που το δέρνουν αιώνια τα κύματα. Στους βράχους του, σφηνωμένοι ή κομένοι στα δυο, σάπιζαν οι σκελετοί ναυαγισμένων πλοίων… Εκεί, στο νεκροταφείο αυτό των καραβιών, μέσα στην ερημιά της άξενης ακτής και τον αδιάκοπο ρόχθο των κυμάτων, ένας άνθρωπος είχε χτίσει ένα μικρό ισόγειο σπίτι και ζούσε κατάμονος. Τέτοιοι μισάνθρωποι ή ερημίτες υπάρχουν παντού ― και στη μοναξιά του αυτή δεν υπήρχε τίποτα το εξαιρετικό. Το εξαιρετικό είταν το σπίτι στο οποίο ζούσε, γιατί όλα μέσα σ’ αυτό, από τα έπιπλα ίσαμε τα παραμικρότερα σκεύη, είταν από λείψανα των ναυαγισμένων στους βράχους πλοίων…
Οι πόρτες είταν πόρτες από καμπίνες καραβιού, το κρεβάτι μια κουκέτα πλοίου, τα τραπέζια κ’ οι καρέκλες προέρχονταν από «καρρέ» πλοίων, οι λάμπες είταν οι κρεμαστές λάμπες πλοίων, τα πιάτα και τα φλυτζάνια έφερναν τα ονόματα πλοίων διαφόρων εθνικοτήτων, ένας παπαγάλος, σε μια γωνιά, τσίριζε αγγλικές βρισιές και στις εταζέρες με κοίταζαν διάφορες φωτογραφίες γυναικών: γυναικών πλοιάρχων που είχαν χαθεί με τα καράβια τους…
Κι ο ερημίτης αυτός ζούσε εκεί, ανάμεσα στα ναυάγια, ακίνητος μέσα στο σπίτι του, όλα τα ταξίδια κι όλες τις τρικυμίες, όλες τις περιπέτειες κι όλες τις ζωές διαφόρων πεθαμένων ανθρώπων, που δεν τους είχε δει ποτέ του, προεκτείνοντας τη ζωή τους με τη δική του. Ζούσε εκεί, καπνίζοντας την πίπα του στους έρημους βράχους και περιμένοντας να ξεβραστεί κανένα άλλο πτώμα καπετάνιου, για να πλουτίσει με μιαν ακόμα περιπέτεια την πολυτάραχη και… ακίνητη ζωή του…»

Πηγή

back home

„You can’t go back home to your family, back home to your childhood, back home to romantic love, back home to a young man’s dreams of glory and of fame, back home to exile, to escape to Europe and some foreign land, back home to lyricism, to singing just for singing’s sake, back home to aestheticism, to one’s youthful idea of ‚the artist‘ and the all-sufficiency of ‚art‘ and ‚beauty‘ and ‚love,‘ back home to the ivory tower, back home to places in the country, to the cottage in Bermude, away from all the strife and conflict of the world, back home to the father you have lost and have been looking for, back home to someone who can help you, save you, ease the burden for you, back home to the old forms and systems of things which once seemed everlasting but which are changing all the time – back home to the escapes of Time and Memory.“

Thomas Wolfe 1929. Look Homeward, Angel.

I doubted if I should ever come back

 

Two roads diverged in a yellow wood,
And sorry I could not travel both
And be one traveler, long I stood
And looked down one as far as I could
To where it bent in the undergrowth;

Then took the other, as just as fair,
And having perhaps the better claim
Because it was grassy and wanted wear,
Though as for that the passing there
Had worn them really about the same,

And both that morning equally lay
In leaves no step had trodden black.
Oh, I kept the first for another day!
Yet knowing how way leads on to way
I doubted if I should ever come back.

I shall be telling this with a sigh
Somewhere ages and ages hence:
Two roads diverged in a wood, and I,
I took the one less traveled by,
And that has made all the difference.

Robert Frost 1916. The Road Not Taken. (Mountain Interval)

νύχτες και γκρίζα όνειρα

Πόσο βαθιά σέβομαι τους ανθρώπους που ξέρουν να χάνουν. Ίσως γιατί εγώ δεν ξέρω, τελικά. Πόσο βαθιά σέβομαι τους ανθρώπους που φεύγουν από τη ζωή με καθαρά κομμένα νύχια και δεν της αφήνουν καμία τσαγκρουνιά. Τους ανθρώπους που γνώρισαν την απώλεια και τόλμησαν να κλάψουν. Τους ανθρώπους που φοβήθηκαν το κενό και δεν το δημιούργησαν σε άλλους, δεν το πέρασαν αλλού, αλλά το πέρασαν. Πόσο βαθιά σέβομαι τους ανθρώπους που ξέρουν όμορφα να φεύγουν, πιο όμορφα από το να έρχονται. Τους ανθρώπους που αρθρώνουν το φύγε πιο καλά από το πάρε με μαζί σου. Που το διατυπώνουν σαν μουσική, από κείνες που ακούγονται στη θάλασσα όταν κοπάζει ο αέρας, κείνη τη μουσική που δονεί απ΄ευθείας το σώμα σαν ένα συρματόσκοινο που πια δεν ξέρεις αν ηχεί, αν το ακούς, αν πυρακτώνεται και σε καίει, αν δονείται και σε δονεί ή αν το βλέπεις να σκίζει μάταια το φως. Μάταια τα μάτια. Μάτια που τέμνονται οι τροχιές και λάμπει το κατάμαυρο μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι. Άνθρωποι που έβαλαν νωρίς τους άλλους για να κοιμηθούν κι απόμειναν κρατώντας νύχτες απ΄το χέρι και γκρίζα όνειρα που μπλέχτηκαν σαν τα μαλλιά μες τις σιωπές τους
ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

γιατί το τέλος μοιάζει με αρχή

Ξανασυνάντησα τον Δημοσθένη τα Χριστούγεννα του 1999, σ‘ ένα καινούργιο δισκοπωλείο βινυλίου στην οδό Σινά.

Ήταν παράξενος μέσα στα χειμωνιάτικα ρούχα του, τον είχα συνηθίσει με βερμούδες και μακό με λογότυπα συγκροτημάτων. Στα μάτια του θα ήμουν παράξενη κι εγώ με το κασκόλ και τα γάντια μου.

-Βρε τη Βικτώρια! αποφάσισες ν΄ασχοληθείς με τη μουσική τελικά;

-Ψάχνω χριστουγεννιάτικα δώρα…

-Ψεύτρα! Ψάχνεις υλικό για το βιβλίο σου!

-Ε, ναι, κι αυτό. Εσύ τι κάνεις;

παρότι ήξερα. Υπέγραφε συχνά δισκοκριτικές στη Μουσική. Είχε εκδόσει και τα μουσικά του άρθρα στην Ταχεία.

-Λοιπόν, για λέγε, τρως το μισθό σου σε δίσκους;

πνεύματα λευκά

Το πέρασμά του έκανε τα κλαδιά και τις πέτρες να λάμπουν κάτω
από το φεγγάρι και με τα κακά πνεύματα ενώνονταν κι εκείνα
των αβάπτιστων παιδιών, πνεύματα λευκά που πετούσαν στον αέρα
και μεταμορφώνονταν σε ασημένια συννεφάκια πίσω από το
φεγγάρι. Και οι νάνοι και οι γιάνας, μικρές νεράιδες που τη
μέρα μένουν στο καμωμένο από βράχους σπίτι τους να υφαίνουν
χρυσό πανί σε χρυσούς αργαλειούς, χόρευαν στον ίσκιο των
μεγάλων θάμνων της αγριελιάς, ενώ οι γίγαντες πρόβαλαν
ανάμεσα από τους φεγγαρολουσμένους βράχους των βουνών,
κρατώντας από τα χαλινάρια τα τεράστια πράσινα άλογά τους που
μόνο εκείνοι μπορούν να καβαλικέψουν και κατασκόπευαν εάν
εκεί κάτω, ανάμεσα στις εκτάσεις του βλαβερού φλόμου κρυβόταν
κανείς δράκος ή εάν το μυθικό φίδι κανανέα, που ζούσε από τα
xρόνια του Χριστού ακόμη, σερνόταν πάνω στην άμμο γύρω από το βάλτο.
Τις νύχτες με φεγγάρι ιδιαίτερα, όλο εκείνο το μυστηριώδες
πλήθος δίνει ζωή στους λόφους και στις κοιλάδες. Ο άνθρωπος
δεν έχει δικαίωμα να το ενοχλήσει με την παρουσία του, έτσι
όπως τα  πνεύματα τον σεβάστηκαν όσο κρατούσε η πορεία του
ήλιου. Είναι ώρα λοιπόν ν’ αποσυρθεί κανείς και να κλείσει τα
μάτια κάτω από την προστασία του φύλακα αγγέλου.

ΚΑΛΑΜΙΕΣ  ΣΤΟΝ  ΑΝΕΜΟ
ΓΚΡΑΤΣΙΑ  ΝΤΕΛΕΝΤΑ
(GRAZIA  DELEDDA)

https://archive.org/stream/pgcommunitytexts28658gut/28658-0.txt

J.W. Waterhouse, «Ο Ύλας και οι Νύμφες» (1896)

δεν είναι που φοβάμαι το θάνατο…

Νάμουν στη θέση του τσιγαρά! Λίγο πριν ξεψυχήσει είπε στο γιό του: „Χρωστάω στο πρατήριο 126 δραχμές“. „Καλά“, είπε ο γιος του, „γίνε πρώτα καλά“.“Όχι πρώτα… Τώρα… Να τα πας και να μου φέρεις απόδειξη. Δε θέλω να χρωστάω πουθενά… Σε λίγο μπορεί να πεθάνω“. Ήταν η μοναδική του εκκρεμότητα. Περίμενε την απόδειξη να τα τινάξει.

Εμένα μου λείπουν αποδείξεις χιλιάδες, εκκρεμότητες πλήθος με περιμένουν, κι αν μούρθει ξαφνικά το κακό θα μείνουν όλα στη μέση: Τα βιβλία που γράφω, οι γυναίκες που τριγυρίζω κι έχω σκοπό να πηδήξω, τα ταξίδια που σχεδιάζω, μια εγχείρηση που κάθε φορά αναβάλλω και που κάποτε πρέπει να γίνει.

Δεν είναι που φοβάμαι το θάνατο. Αγωνιώ μη τυχόν δεν προλάβω, κι έχω μια σειρά πράγματα ακόμα να κάνω, κι άλλα που γίνηκαν λάθος θέλουν διόρθωμα.

Μάριος Χάκκα .“Περίπτωση θανάτου“   (από τον „Μπιντέ και άλλες ιστορίες“). Κέδρος