στειλ’τα στο διάολο τα παλιά ονόματα, τα παλιά κατατόπια

ΑΥΛΑΙΑ. Η σκηνή σκοτεινή.

στειλ’τα στο διάολο τα παλιά κατατόπια, τα παλιά ονόματα…

στην πέτρα στον ήλιο, με τα μάτια καρφωμένα στα στάρια ή στον ουρανό…

ποτέ ο ίδιος με πρώτα ύστερα απ’ αυτό, ποτέ εντελώς ίδιος…

πως μπόρεσες ποτέ εσύ να ορκιστείς…

ποτέ ίδιος με πρώτα μα ίδιος με ποιόν…

μουρμουρώντας του εαυτού σου, τα παραμύθια σου…

στειλ’τα στο διάολο τα παλιά κατατόπια, τα παλιά ονόματα…

τότες που ήσουν μόνος με τα πορτραίτα των πεθαμένων…

διαρκώς παράλληλοι… δύο κηλίδες θολές… ποτέ αγγίγματα… πάντα ένα διάστημα ανάμεσα… δυό ίσκοι…

στη βροχή και το πλάνημα το ανέκαθεν…

ως που να πέσει η νύχτα και να ρθει η ώρα να μπαρκάρεις ξανά, για όπου διάολο και να ναι μακριά από κει πέρα, καμιά ανάγκη να κουρνιάσεις πουθενά, στειλ’ τα στο διάολο τα παλιά κατατόπια, τα παλιά ονόματα, τους περαστικούς που μένουνε κόκαλο με το στόμα ανοιχτό μόλις σε ιδούνε…

στειλ’ τους στο διάολο τους διαβάτες που κοκαλώνουν με το στόμα ανοιχτό μόλις αντικρίσουνε το σκάνταλο…

στείλ‘ τα στο διάολο τα παλιά κατατόπια, τα παλιά ονόματα, με μια σκέψη μοναχά στο νου σου, ν‘ ανέβεις ξανά στο καράβι για όπου διάολο και νάναι μακριά από κει πέρα, και να μην ξανάρθεις ποτέ σου, ή μπας κι‘ ήτανε αυτό άλλη φορά, αυτά όλα κάποια άλλη φορά, υπήρξε ποτέ άλλη φορά απ‘ αυτή τη φορά, όπου διάολο και νάναι μακριά απ‘ όλ‘ αυτά, και να μη γυρίσεις ποτέ σου

ούτ‘ ένα κιχ, μοναχά οι γέρικες ανάσες και τα φύλλα που γυρίζουν, όταν, ξαφνικά, αυτή η σκόνη, όλο το μέρος γεμάτο σκόνη, ανοίγεις τα μάτια κι‘ από το πάτωμα ως το ταβάνι τίποτ‘ άλλο από σκόνη, και ούτ‘ ένα κιχ, παρά μόνο, τι σου είπε; ήρθες, έφυγες, αυτό άραγε σου είπε; κάτι τέτοιο, ήρθες, έφυγες, ήρθες, έφυγες, κανείς δεν ήρθε, κανείς δεν έφυγε, μόλις ήρθες έφυγες, μόλις ήρθες έφυγες

Samuel Beckett, Τότες που.

Νάσος Δεντζώρτζης. Πέντε Κείμενα του Samuel Becket στα ελληνικά. Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1995.

 

Pourquoi se perdre de vue

On s’est connus, on s’est reconnus,
On s’est perdus de vue, on s’est r’perdus d’vue
On s’est retrouvés, on s’est réchauffés,
Puis on s’est séparés.

Quand on s’est connus,
Quand on s’est reconnus,
Pourquoi se perdre de vue,
Se reperdre de vue ?

Quand on s’est retrouvés,
Quand on s’est réchauffés,
Pourquoi se séparer ?

Alors tous deux on est repartis
Dans le tourbillon de la vie
On a continué à tourner
Tous les deux enlacés
Tous les deux enlacés.

fantômes de ce qu’on aurait pu être

 

„Ces vieux fantômes à demi inertes qui me hantent nuit et jour, qui se retournent dans leur sommeil, qui poussent des cris confus, qui me saisissent de leurs doigts de spectres quand j’essaie de m’échapper : fantômes de ce qu’on aurait pu être. Mais qui ne furent jamais nés.“
Virginia Woolf 1931, The Waves

Photo: Hiroshima mon amour 1959

Πάντως ξανασκέψου το

Προσοχή

Επειδή τα κείμενα αυτου του βιβλίου μπορεί να παρερμηνευθούν από κάποια άτομα και να υποστεί νομικές διώξεις ο διακινητής τους, θα σας παρακαλούσα να το κρατήσετε μόνο για προσωπική σας χρήση, να μην το δανείσετε σε άλλον, να μην το φωτοτυπήσετε, να μην το αναδημοσιεύσετε ολόκληρο ή αποσματικά στο διαδίκτυο ή σε άλλο μέσο και να μην προβείτε στη δημόσια ανάγνωση του. Μετά τη χρήση του φυλάχτε το σε μέρος που δε θα έρθει σε επαφή με παιδιά και εφήβους.

Ζαχαρίας Στούφης 2017. Συνταγές Αυτοκτονίας. Παρωδία. Λάρισα: Θράκα.

PS.: διασκέδασα διαβάζοντας για την δική μου επιλογή αυτοκτονίας: „Για να καταφύγει κανείς σ‘ αυτόν τον τρόπο αυτοκτονίας συνήθως δεν θέλει να πεθάνει, απλά χρησιμοπιεί τη ζωή του, που είναι και το τελευταίο του χαρτί, σαν εκβιασμό για να γίνει η επιθυμία του“.    🙂   … „Την (…) την επιλέγεις όταν θέλεις να ζήσεις καλύτερα και όχι όταν θέλεις να πεθάνεις“

Das Zeichen ist gegeben.

In dem Augenblick, als ich glaube, völlig verloren zu sein, erscheint Johny Panics Gesicht in einem Heiligenschein strahlenden Lichts über mir. Ich zittere wie ein Blatt in den Zähnen der Herrlichkeit. Sein Bart ist der Blitz. Der Blitz ist in seinem Auge. Sein Wort lädt das Universum auf und füllt es mit Licht. Die Luft knistert von seinen blauzüngigen, blitzgekrönten Engeln. Seine Liebe ist der Sprung aus dem zwanzigsten Stock, ist der Strick um den Hals, ist das Messer auf dem Weg zum Herzen. Er vergißt die Seinen nicht.

Sylvia Plath (1952) 2012. „Johhny Panic und die Bibel der Träume“, in: Die Bibel der Träume. Erzählungen. Frankfurter Verlangsanstalt: S. 55-56.

(Johny Panic and the Bibel of Dreams and other Prose Writings, 1952)

und liebe mich nicht mehr

Du sprichst, daß ich mich täuschte,
Beschworst es hoch und hehr,
Ich weiß ja doch, du liebtest,
Allein du liebst nicht mehr!

 

Dein schönes Auge brannte,
Die Küsse brannten sehr,
Du liebtest mich, bekenn es,
Allein du liebst nicht mehr!

Ich zähle nicht auf neue,
Getreue Wiederkehr;
Gesteh nur, daß du liebtest,
Und liebe mich nicht mehr!

August von Platen (1828) 1968. Gedichte. Stuttgart Philipp Reclam

Portrait de Jeanne Hébuterne

Good Wife’s Guide

  • Have dinner ready. Plan ahead, even the night before, to have a delicious meal ready, on time for his return. This is a way of letting him know that you have been thinking about him and are concerned about his needs. Most men are hungry when they come home and the prospect of a good meal is part of the warm welcome needed.
  • Prepare yourself. Take 15 minutes to rest so you’ll be refreshed when he arrives. Touch up your makeup, put a ribbon in your hair and be fresh-looking. He has just been with a lot of work-weary people.
  • Be a little gay and a little more interesting for him. His boring day may need a lift and one of your duties is to provide it.
  • Clear away the clutter. Make one last trip through the main part of the house just before your husband arrives.
  • Gather up schoolbooks, toys, paper etc. and then run a dustcloth over the tables.
  • Over the cooler months of the year you should prepare and light a fire for him to unwind by. Your husband will feel he has reached a haven of rest and order, and it will give you a lift too. After all, catering for his comfort will provide you with immense personal satisfaction.
  • Prepare the children. Take a few minutes to wash the children’s hands and faces, comb their hair and, if necessary, change their clothes. They are little treasures and he would like to see them playing the part. Minimize all noise. At the time of his arrival, eliminate all noise of the washer, dryer or vacuum. Try to encourage the children to be quiet.
  • Be happy to see him.
  • Greet him with a warm smile and show sincerity in your desire to please him.
  • Listen to him. You may have a dozen important things to tell him, but the moment of his arrival is not the time. Let him talk first-remember, his topics of conversation are more important than yours.
  • Make the evening his. Never complain if he comes home late or goes out to dinner, or other places of entertainment without you. Instead, try to understand his world of strain and pressure and his very real need to be at home and relax.
  • Your goal: Try to make sure your home is a place of peace, order and tranquility where your husband can renew himself in body and spirit.
  • Don’t greet him with complaints and problems.
  • Don’t complain if he’s late home for dinner or even if he stays out all night. Count this as minor compared to what he might have gone through that day.
  • Make him comfortable. Have him lean back in a comfortable chair or have him lie down in the bedroom. Have a cool or warm drink ready for him.
  • Arrange his pillow and offer to take off his shoes. Speak in a low, soothing and pleasant voice.
  • Don’t ask him questions about his actions or question his judgment or integrity. Remember, he is the master of the house and as such will always exercise his will with fairness and truthfulness. You have no right to question him.
  • A good wife always knows her place.

13. Mai 1955

οι γυναίκες θέλουν ξύλο

– Μωρή μούμια! της φώναξε θυμωμένη. Βα βα βα! Σας έφαε, σου λέω, η κακοσύνη σας, το σωτερικό!… Κ’ εχτύπησε τα στήθια της. Και ξακολούθησε με περισσότερο θυμό:- Όσα λες τα γράφω εκεί! Και σηκώνοντας το πόδι εχτύπησε ζωηρά την πατούσα της από πίσω. –Σ’ εχτυκίασε, μωρή, ο Αργύρης! Πάει, σ’ εχτικίασε! Ιδές, μωρή το μάγουλό μου στάζει άιμα, τώρα που είμαι θυμωμένη· κι ας μη φέρνει ποτέ κρασί στο σπίτι ο Αργύρης· κι ας το φέρνει κρυφά για σένανε! Λες και δεν το ξέρω· ε! Εγώ δεν κιτρινίζω σα θυμώνω, και κοιτάχτε τα μούτρα σας εκεί πέρα στον καθρέφτη, κοιτάχτε τα κι οι δύο!… μα κοιτάχτε τα! Και κοίταξε παληκάρι που με κοιμάται εμένανε! Είναι κι αυτός ροδοκόκκινος, ως το ρόϊδι, που να μου ζήσει! Ιδές τονε! Ο φλίβερος ο Αργύρης ούτε στο νύχι του! Σάπιος όλος· πλεμόνα βωζιασμένος ο κακόμοιρος! –Κι έφτυσε χάμου.- Και θα πεθάνετε μωρή, σύντομα κι οι δυό σας, οι δυστυχισμένοι, και θα πρέπει νάχουμε εμείς τα παιδιά σας, τα ορφανά! και θάρθω από πάνου από τα μνήματά σας και θα χορεύω έτσι, έτσι, έτσι! –Κ’ έρριξε χάμου τα μπόλια της κ’ εβάλθηκε ζωηρά να χορεύει κάνοντας με τη φωνή της το βιολί. Σελ. 20-21

Αχ είπε ο Αργύρης, αυτή η νύφη μου! Είναι πάρα αψιά! Τί το θέλεις! Βρίζει, κάνει, φωνάζει!…

Σαν άλογο από στάβλο! Είπε ο Καραβέλα;, και τα μάτια του άστραψαν. Κι επρόσθεσε σκεφτικός έπειτα από λίγες στιγμές: οι γυναίκες θέλουν ξύλο! Το ξύλο μοναχά τις μαινάρει. Το ξύλο, λέει ήτανε μες στον Παράδεισο, ναι μες στη μέση. Το λέει και το τροπάρι… Σελ. 34-35

Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1920) 1990.  Η ζωή κι ο θάνατος του Καραβέλα. Αθήνα, Νεφέλη.