I wish you love

I wish you bluebirds in the spring
To give your heart a song to sing

And then a kiss, but more than this
I wish you love

And in July a lemonade
To cool you in some leafy glade

I wish you health
But more than wealth
I wish you love

I wish you shelter from the storm
A cozy fire to keep you warm
But most of all when snowflakes fall
I wish you love
But most of all when snowflakes fall

I wish you love
I wish you love
I wish you love, love, love, love, love
I wish you love

and all the men and women merely players

SIGNA
Die Erscheinungen der Marta Ruby

In der Halle Kalk wurde eine Siedlung aus entsorgtem Material gebaut kleine Behausungen, Geschäfte, eine Bühne, eine Peepshow, eine Bar und ein Restaurant sind daraus entstanden. Die sogenannte Rubytown beherbergt die Nachkommen des 1913 verschwundenen Orakels Martha Rubin. Eine Spezialeinheit des Militärs überwacht die Siedlung und kontrolliert den Zugang von Fremden. Schließlich erfüllt sich die Prophezeiung die Rückkehr der Martha Rubin und ihrer dunklen Visionen…

Die Installation wird in drei Zyklen bis zu 84 Stunden ununterbrochen von mehr als 40 Darstellern bewohnt und bespielt. Die Zuschauer können bleiben, solange sie wollen, die Bewohner besuchen, bei ihnen essen, trinken, kaufen oder vielleicht sogar dort übernachten. Je länger man sich in dieser fremden Welt aufhält, desto tiefer dringt man in die Geschichten ein, die sich über den gesamten Zeitraum der Performance entwickeln. Und keiner weiß, was als nächstes geschehen wird
Die Arbeiten des dänisch-österreichischen Künstlerduos SIGNA zählen zu den ungewöhnlichsten Crossover-Projekten der skandinavischen Theaterszene. Internationales Aufsehen erregten sie zuletzt mit „The Black Rose Trick“, einem installierten Hotel in Malmö. Ihre Arbeiten wurden bereits sehr erfolgreich in Dänemark, Schweden, Spanien und Argentinien realisiert.

Janet Cardiff and George Bures Miller
Walks
The format of the audio walks is similar to that of an audioguide. You are given a CD player or Ipod and told to stand or sit in a particular spot and press play. On the CD you hear my voice giving directions, like “turn left here” or “go through this gateway”, layered on a background of sounds: the sound of my footsteps, traffic, birds, and miscellaneous sound effects that have been pre-recorded on the same site as they are being heard. This is the important part of the recording. The virtual recorded soundscape has to mimic the real physical one in order to create a new world as a seamless combination of the two. My voice gives directions but also relates thoughts and narrative elements, which instills in the listener a desire to continue and finish the walk.
All of my walks are recorded in binaural audio with multi-layers of sound effects, music, and voices (sometimes as many as 18 tracks) added to the main walking track to create a 3D sphere of sound. Binaural audio is a technique that uses miniature microphones placed in the ears of a person. The result is an incredibly lifelike 3D reproduction of sound. Played back on a headset, it is almost as if the recorded events were taking place live.

A video walk is similar to an audio walk but functions quite differently because of the visuals. With a video walk the participants receive a small digital video camera with headphones. The tape that they watch has been previously recorded on the site with a professional camera and binaural microphones following the route, which has been prepared with actors and props. Then there is an extensive editing process using the acted scenes, sound effects, and video effects to create a continuous motion. The audience follows this prerecorded film on the camera. The architecture in the video stays the same as the physical world, but the people and their actions change, so there is a strange disjunction for the viewer about what is real.

Janet Cardiff, from The Walk Book

 

Thomas Bellinck
Haus der Europäischen Geschichte im Exil

heilig und sündhaft

Sie las in ihrem Leiden viel und entdeckte, daß ihr etwas verlorengegangen war, von dessen Besitz sie vordem nicht viel gewußt hatte: eine Seele.

Was ist das? – Es ist negativ leicht bestimmt: es ist eben das, was sich verkriecht, wenn man von algebraischen Reihen hört.

Aber positiv? Es scheint, daß es sich da allen Bemühungen, die es fassen wollen, erfolgreich entzieht. Es mag sein, daß einstmals etwas Ursprüngliches in Diotima gewesen war, eine ahnungsvolle Empfindsamkeit, damals eingerollt in das dünngebürstete Kleid ihrer Korrektheit, was sie jetzt Seele nannte und in der gebatikten Metaphysik Maeterlincks wiederfand, in Novalis, vor allem aber in der namenlosen Welle von Dünnromantik und Gottessehnsucht, die das Maschinenzeitalter als Äußerung des geistigen und künstlerischen Protestes gegen sich selbst eine Weile lang ausgespritzt hat. Es mag auch sein, daß dieses Ursprüngliche in Diotima als ein Etwas von Stille, Zärtlichkeit, Andacht und Güte genauer zu bestimmen war, das nie einen rechten Weg gefunden hatte und beim Bleigießen, welches das Schicksal mit uns veranstaltet, in die komische Form ihres Idealismus geraten war. Vielleicht war es Phantasie; vielleicht eine Ahnung von der instinktiven vegetativen Arbeit, die täglich unter der Decke des Leibes vor sich geht, über der der seelenvolle Ausdruck einer schönen Frau uns anblickt; vielleicht kamen bloß unbezeichenbare Stunden, wo sie sich weit und warm fühlte, die Empfindungen beseelter zu sein schienen als gewöhnlich, wo Ehrgeiz und Wille schwiegen, eine leise Lebensberauschung und Lebensfülle sie ergriff, die Gedanken sich weit weg von der Oberfläche nach der Tiefe richteten, selbst wenn sie nur dem Geringsten galten, und die Weltereignisse fern lagen wie Lärm vor einem Garten. Diotima meinte dann unmittelbar das Wahre in sich zu sehen, ohne sich darum zu bemühen; zarte Erlebnisse, die noch keine Namen trugen, hoben ihre Schleier; und sie fühlte sich – um nur einiges aus den vielen Beschreibungen anzuführen, die sie in der Literatur dafür vorfand – harmonisch, human, religiös, nah einer Ursprungstiefe, die alles heilig macht, was aus ihr aufsteigt, und alles sündhaft sein läßt, was nicht aus ihrer Quelle kommt: Aber wenn das auch alles recht schön zu denken war, über solche Ahnungen und Andeutungen eines besonderen Zustands kam nicht nur Diotima niemals hinaus, sondern ebensowenig taten es die zu Rate gezogenen prophetischen Bücher, die von dem Gleichen in den gleichen, geheimnisvollen und ungenauen Worten sprachen. Es blieb Diotima nichts übrig, als daß sie auch daran die Schuld einem Zivilisationszeitalter zuschrieb, worin der Zugang zur Seele eben verschüttet worden ist.

Robert Musil (1930). Der Mann ohne Eigenschaften. Zweiter Teil. Kapitel 25, S. 103.

Έλεγες: είμαι εσύ, εσύ, εσύ. Κι εγώ; Εσύ

Το κρεβάτι, τα τσιγάρα,
το σώμα σου σ’ όλο το χώρο-
το άγαλμα του αίματός μου.

Ανάβω σπίρτα,
κόβω τα νύχια μου,
τρυπάω τα σεντόνια.
Λείπεις.

Είχες πει:
αγαπώ τα μαλλιά σου.
Τα μαλλιά μου μεγάλωσαν.
Μ’ έκρυψαν.

Υποσχεμένος μήνας.
Υποσχεμένη μέρα
Θάθω –είπες.
Περιμένω στην πόρτα.
Η πόρτα
είναι γεμάτη σφραγίδες.

Αυτά τα ελάχιστα
για μας τους δυο
πόσο μεγάλα.
Όλα.

Όχι τσιμέντο.
Άδειο
διαπερασμένο
απόνα σιδεροδοκό.

Τα ρούχα σου,
ζεστά απ’ το σώμα σου,
σε ποια καρέκλα; πού;
είναι ριγμένα;

Ο καφές, το τσιγάρο,
η αναμονή,
η αναμονή, το τσιγάρο.
Τα μάτια μου είναι πιο γαλάζια.

Περιμένοντάς σε
ξέχασα να παρατηρώ.
Τ’ όνειρο με κρατάει
στόνα του χέρι
γερμένον στον ώμο σου.

Το σώμα σου αόρατο.
Απλό.
Δυο πουλιά στις μασκάλες σου.
Ένας σταυρός στα στήθη σου.
Θάνατος τίποτα.

Όχι. Όχι.
Η ανάμνηση του σώματος
δεν είναι σώμα.
Σφίγγω
συμπυκνωμένο αέρα.

Με συσχετίσεις,
με ομοιώσεις,
σε αναπλάθω
κατά τμήματα.
Δεν ακεραιώνομαι.

Είπα παράθυρο.
Δεν είταν.
Όλα τα παράθυρα ανοίγουν προς εσένα.

Το απερίφραστο –έλεγε-
εξοστρακίζει το ποίημα.
Ας είναι.
Προτιμώ το σώμα σου.

Κείνη η καρέκλα.
Πάντα.
Εκεί που καθόσουν.
Αμετακίνητη.

Έλεγες:
είμαι εσύ, εσύ, εσύ.
Κι εγώ;
Εσύ
κ’ ήρθες.

Χιλιάδες φορές
ξανάπα τ’ όνομά σου.
Δεν σε είπα.
Τ’ όνομά σου ανεξάντλητο.

Υποσχόμενη μέρα.
Κ’ ήρθες.
Φωτιά και καπνός.
Καπνός και νύχτα.
Το κρεβάτι καίγεται.
Από φωτιά τα φτερά μας.
Δεν καίγονται.

Γιάννης Ρίτσος. Γυμνό σώμα (απόσπασμα). Τα Ερωτικά. Κέδρος 1981.

γιατί σε βρήκα θεέ που επιθυμείς κι επιθυμείσαι

Ερχόμενε θεέ, σ‘ αισθάνομαι ανάμεσα στα χέρια μου,
βρίσκεσαι δω σφιχτοπλεγμένος μαζί μου, σ‘ ωραία μάχη
αγάπης, καθώς
μια φωτιά με τον αγέρα της.
…………….
Όλα τα σύννεφα φλέγονται
γιατί σε βρήκα
θεέ που επιθυμείς κι επιθυμείσαι·
πυρσοί αψηλοί μενεξεδένιοι
(βυσσινοί, γαλάζιοι, πορφυροί, κίτρινοι)
σε όρθια κραυγή ταραχής φωτός.
………………
Αν εγώ βγήκα τόσο στον κόσμο,
ήταν μονάχα και πάντα
για να σε βρω, επιθυμητέ θεέ
ανάμεσα σε τόσα κεφάλια και τόσα στήθη
τόσων ανθρώπων…

Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Θεός που επιθυμείται κι επιθυμεί. Μετάφραση: Κώστας Ε. Τσιρόπουλος. Ευθύνη, 1984.

κατά που πέφτει ο δρόμος π‘ αγαπηθήκαμε παιδιά;

Και τώρα που ξεμπερδέψαμε πια
με τα μεγάλα λόγια,
τους άθλους, τα όνειρα,
καιρός να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας-
αλλά, μάταια, το σχέδιο της πόλης άλλαξε,
κατά πού πέφτει ο δρόμος που αγαπηθήκαμε παιδιά,
πού πήγε ο άνεμος που σκόρπισε τόσους συντρόφους,
υπάρχει ακόμα ο κόσμος?-
τώρα στη γλώσσα μας
μπερδεύονται παλιά τραγούδια,
κανείς δε μας καταλαβαίνει
και μόνο τα παιδιά μαντεύουν πιο πολλά,
μα μεγαλώνουν γρήγορα και τα πουλιά
πετάνε για να μη θυμούνται –
ένα τέτοιο παρελθόν και δεν απόμεινε
παρά λίγη στάχτη,
όπου σκυμμένοι τα βράδια σχεδιάζουμε
σημαίες, άστρα, λόφους, άλογα
κι ανάμεσα τους την τύψη ότι δεν τα δώσαμε όλα
ελευθερώνοντας έτσι όρκους αλλοτινούς
και τις πιο ωραίες χειρονομίες του μέλλοντος.

Τάσος Λειβαδίτης 1983. Ο τυφλός με το λύχνο.

φωτ. Στέφανος Στουρνάρας 1950Εν Βόλω.

…γιατί για το ύψος που σου ταιριάζει, μόνο με τα δικά μου φτερά μπορείς να πας

Ας μείνει η αγάπη δίχως ορισμό…
Τη διεκδικούσε η θάλασσα
και η άμμος. Μα κείνη
ξάπλωσε σ΄ ένα βράχο
ντυμένη τίποτα.
Μια κουρασμένη νεράιδα
Καταδικασμένη
Στην ομορφιά της.
Ο ερχομός
Ακυρώνει την προσμονή
Αδικώντας την
Πολλές φορές.
Μόνο τ’ άρωμά σου
Δε λέει να χαθεί
Μια με προσπερνάει,
Μια με ακολουθεί
Τα βήματα όταν ακούς και τα γνωρίζεις
Δεμένος μα ελεύθερος βαδίζεις
Εκεί η αγάπη κατοικεί..
Όταν η απουσία
Δεν είναι χωρισμός
Τότε η αγάπη φορεί
τα καλά της.

Τι είναι μια στιγμή μπροστά
Στην αιωνιότητα;
Είναι όπως μια σταγόνα στον ωκεανό
Ναι αλλά μια σταγόνα ξεχειλίζει
Το ποτήρι
Όσο απέχει το μαθαίνω
Απ’το διδάσκομαι
Άλλο τόσο απέχει το ξεχνώ
από τ’ αρνούμαι
Τόσος ουρανός φεγγάρι μου
Πάλι τον ίδιο δρόμο πήρες;
Τον ίδιο, γιατί ακόμα
δεν τον έμαθα.
Αλμυρό το παράπονο
Του ναυτικού
Στις ενοχές των στεριανών
Πού ακούμπησες τα λευκά σου φτερά
Κι έγιναν γκρίζα; Ρώτησε το γλάρο
Μια πεταλούδα
Πέρασα από τη σκέψη ενός πικραμένου…
Ρωτά η ελευθερία την αγάπη
Τα φτερά που σου χάρισα
τι τα έκανες
κι έρχεσαι πάλι με τα πόδια;
Τα έχω αλλά όποτε τα φόρεσα
έχασα τον δρόμο
Κρίμα γιατί για το ύψος
που σου ταιριάζει,
μόνο με τα δικά μου φτερά
μπορείς να πας…
πέταξε όσο ψηλά μπορείς,
τα ύψη δεν σκοτώνουν
Τα χαμηλοπετάγματα
Πονάνε και πληγώνουν…

Λουδοβίκος των Ανωγείων. Το πορτραίτο μιας νεράιδας.

Wo weilest du?

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε την κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στα βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιός,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.
Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch KindWo weilest du?
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο·
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.
Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί,
Τ’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.

 Θ. Σ. Έλιοτ (1922). Η Έρημη Χώρα, ΜετάφρασηΓιώργος Σεφέρης (1936), Ίκαρος, Αθήνα 1997.

αυτοί που αγάπησαν ξεχνούν

 

Του Έρωτα μέγα κακό
σπαράζεις τους ανθρώπους
Με ματωμένους κόπους
αυτοί που αγάπησαν ξεχνούν.

Όμως της Κύπριδας το σιωπηλό
το άγγιγμα το ελαφριό
αυτοί που αγάπησαν πενθούν
για όλη τους την ζωή.

Α Δέσποινά μου παρακαλώ
το βέλος σου που είναι χρυσό
λυπήσου με, και ποτέ
μη μου σημαδέψει την ψυχή

με τη βαμμένη την αιχμή
στον πόθο βαφτισμένη.
Ας είναι ευλογημένη
η σωφροσύνη των θεών που με κρατεί,
αυτον που αγαπώ να μην τον πληγώσω.

Ω εσύ ξόρκι των ερώτων των κρυφών
απο στάχτη παρθένων εραστών
φυλαγέ με, ποτέ έρωτα να μη νοιώσω.

Πατρίδα μου και σπίτια μου
α, του αδελφού μου μύρο
της ξενητειάς την πικρή ζωή
ποτέ να μην τη ζήσω.

Καλλίτερα στον θάνατο
στον θάνατο να γείρω
παρά να φύγω μακρυά
να μη γυρίσω πίσω.

Το ξέρω καλά. Μη μου το λές, σε είδα.
δεν έχεις πόλη, ούτε πατρίδα,
δεν έχεις φίλο να σε γιάνει,
στην δυστυχία σου να σκύψει με φροντίδα.

Κι αν η Κατάρα πιάνει
τέτοιο κακό να πάθει
όποιος στο πλάι μου
με αγάπη δεν εστάθη.

Ευριπίδης Μήδεια, 3ο Χορικό, μτφρ. Γ. Χειμωνάς.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε

Έστησ‘ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,
και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ αναβρύζει κι η ζωή σ‘ γή, σ‘ ουρανό, σε κυμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π‘ ακίνητό ‚ναι κι άσπρο,
ακίνητ‘ όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ‘ ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ‚χ‘ ευωδίσει τσ‘ ύπνους της μεσα στον άγριο κρίνο.“

„O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.

Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·

«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

Διονύσιος Σολωμός
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι