γιατί το τέλος μοιάζει με αρχή

Ξανασυνάντησα τον Δημοσθένη τα Χριστούγεννα του 1999, σ‘ ένα καινούργιο δισκοπωλείο βινυλίου στην οδό Σινά.

Ήταν παράξενος μέσα στα χειμωνιάτικα ρούχα του, τον είχα συνηθίσει με βερμούδες και μακό με λογότυπα συγκροτημάτων. Στα μάτια του θα ήμουν παράξενη κι εγώ με το κασκόλ και τα γάντια μου.

-Βρε τη Βικτώρια! αποφάσισες ν΄ασχοληθείς με τη μουσική τελικά;

-Ψάχνω χριστουγεννιάτικα δώρα…

-Ψεύτρα! Ψάχνεις υλικό για το βιβλίο σου!

-Ε, ναι, κι αυτό. Εσύ τι κάνεις;

παρότι ήξερα. Υπέγραφε συχνά δισκοκριτικές στη Μουσική. Είχε εκδόσει και τα μουσικά του άρθρα στην Ταχεία.

-Λοιπόν, για λέγε, τρως το μισθό σου σε δίσκους;

Advertisements

πνεύματα λευκά

Το πέρασμά του έκανε τα κλαδιά και τις πέτρες να λάμπουν κάτω
από το φεγγάρι και με τα κακά πνεύματα ενώνονταν κι εκείνα
των αβάπτιστων παιδιών, πνεύματα λευκά που πετούσαν στον αέρα
και μεταμορφώνονταν σε ασημένια συννεφάκια πίσω από το
φεγγάρι. Και οι νάνοι και οι γιάνας, μικρές νεράιδες που τη
μέρα μένουν στο καμωμένο από βράχους σπίτι τους να υφαίνουν
χρυσό πανί σε χρυσούς αργαλειούς, χόρευαν στον ίσκιο των
μεγάλων θάμνων της αγριελιάς, ενώ οι γίγαντες πρόβαλαν
ανάμεσα από τους φεγγαρολουσμένους βράχους των βουνών,
κρατώντας από τα χαλινάρια τα τεράστια πράσινα άλογά τους που
μόνο εκείνοι μπορούν να καβαλικέψουν και κατασκόπευαν εάν
εκεί κάτω, ανάμεσα στις εκτάσεις του βλαβερού φλόμου κρυβόταν
κανείς δράκος ή εάν το μυθικό φίδι κανανέα, που ζούσε από τα
xρόνια του Χριστού ακόμη, σερνόταν πάνω στην άμμο γύρω από το βάλτο.
Τις νύχτες με φεγγάρι ιδιαίτερα, όλο εκείνο το μυστηριώδες
πλήθος δίνει ζωή στους λόφους και στις κοιλάδες. Ο άνθρωπος
δεν έχει δικαίωμα να το ενοχλήσει με την παρουσία του, έτσι
όπως τα  πνεύματα τον σεβάστηκαν όσο κρατούσε η πορεία του
ήλιου. Είναι ώρα λοιπόν ν’ αποσυρθεί κανείς και να κλείσει τα
μάτια κάτω από την προστασία του φύλακα αγγέλου.

ΚΑΛΑΜΙΕΣ  ΣΤΟΝ  ΑΝΕΜΟ
ΓΚΡΑΤΣΙΑ  ΝΤΕΛΕΝΤΑ
(GRAZIA  DELEDDA)

https://archive.org/stream/pgcommunitytexts28658gut/28658-0.txt

J.W. Waterhouse, «Ο Ύλας και οι Νύμφες» (1896)

δεν είναι που φοβάμαι το θάνατο…

Νάμουν στη θέση του τσιγαρά! Λίγο πριν ξεψυχήσει είπε στο γιό του: „Χρωστάω στο πρατήριο 126 δραχμές“. „Καλά“, είπε ο γιος του, „γίνε πρώτα καλά“.“Όχι πρώτα… Τώρα… Να τα πας και να μου φέρεις απόδειξη. Δε θέλω να χρωστάω πουθενά… Σε λίγο μπορεί να πεθάνω“. Ήταν η μοναδική του εκκρεμότητα. Περίμενε την απόδειξη να τα τινάξει.

Εμένα μου λείπουν αποδείξεις χιλιάδες, εκκρεμότητες πλήθος με περιμένουν, κι αν μούρθει ξαφνικά το κακό θα μείνουν όλα στη μέση: Τα βιβλία που γράφω, οι γυναίκες που τριγυρίζω κι έχω σκοπό να πηδήξω, τα ταξίδια που σχεδιάζω, μια εγχείρηση που κάθε φορά αναβάλλω και που κάποτε πρέπει να γίνει.

Δεν είναι που φοβάμαι το θάνατο. Αγωνιώ μη τυχόν δεν προλάβω, κι έχω μια σειρά πράγματα ακόμα να κάνω, κι άλλα που γίνηκαν λάθος θέλουν διόρθωμα.

Μάριος Χάκκα .“Περίπτωση θανάτου“   (από τον „Μπιντέ και άλλες ιστορίες“). Κέδρος

 

Θυμάμαι

… Αυτές οι εκβολές των ματιών σου
πνιγμένες μες σε γαλανά συρματοπλέγματα
για να μην έρχονται ποτέ ως εμάς τ‘ αγκάθια της λύπης σου
μα μόνο ο αχνός της λύπης που στεγνώνει
παρήγορα πάνω στο δέρμα σου – είχες ένα δέρμα
μυρουδιά κερήθρας
όταν καθίσαμε στην πιο σκληρή ακτή της ζωής μας.
Θυμάμαι, δεν σ‘ άγγιξα, μα όπως μιλούσαμε, οι φωνές μας
εσφίχτηκαν σαν δυο μικρά παιδιά με τόση απελπισία
που τίποτε δε θα μπορέσει πια να τις χωρίσει.

Βύρων Λεοντάρης (1954), Γενική αίσθηση.

und wenn ich denk, dass ich nun endlich Frieden fand dann muss ich weiterziehen…

 

Από ένα χαμένο όνειρο εμείς έπρεπε να φτιάξουμε έναν

δρόμο για να συναντηθούμε

κι όταν μας τέλειωσαν τα δάκρυα στείλαμε τα πουλιά στους

πεθαμένους φίλους μας

χιόνιζε, φυσούσε αέρας και χτίσαμε το σπίτι μας με λίγη

λησμονιά

κι απ‘ όλες τις τύχες προτιμήσαμε εκείνη του ταξιδιώτη που

δεν ξέρει το άστρο του πού τον οδηγεί

ώσπου εξαγνιστήκαμε όπως αυτοί που έχουν πεθάνει εδώ

και χρόνια

Ω ελπίδες της νιότης μας μείνατε στη μέση του δρόμου.

Εμείς συνεχίσαμε

και να που φτάσαμε απόψε εδώ σ‘ αυτόν τον άγνωστο τόπο,

χωρίς αποσκευές, μα μ‘ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι…… !!!

Το άστρο του ταξιδιώτη- Τάσος Λειβαδίτης

«Ει δε Σύρος, τι το θαύμα; Μίαν, ξένε, πατρίδα κόσμον ναίομεν,  εν θνατούς πάντας έτικτε Χάος»,
Μελέαγρος
«Κι αν είμαι Σύρος, πού το παράδοξο; Πατρίδα μία, ξένε, μοιραζόμαστε: τον κόσμο. Το Χάος όλους μάς εγέννησε».

wie die glitzernden Pappsterne

 

eine gewisse Mischung aus elegischer Melancholie streift wie Nebel durch und über die Szenen, vermischt sie und lässt sie nahezu musikalisch ineinander-, übereinander- und nebeneinander fließen, während es oft klingelt, wo eigentlich die Kasse klingeln sollte, es mal piept und es mal rauscht und mal was unterbrochen wird, weil man es nicht zahlen kann,

obwohl, ganz nebenbei, all das was im Fluss ist auch im Fluss bleiben sollte, weil man ja immer weiter macht, weil man ja weiter machen muss, auch wenn da mal die Glocken läuten und vom Klang der Galgen, pardon, der Geigen, die im Himmel hängen, begleitet werden und sich da was annaht, während alles mal lauter und mal leiser nahtlos ineinander über läuft und in Sachen Chöre gipfeln kann und darf, die dann aber immer mal wieder, ebenso wie der Rest der Beteiligten, die da so im Laufe der Geschehnisse auf- und abtauchen, von Moll durchtränkter Resignation in Besitz genommen werden und aber nicht vor zu viel Pathos, der hier und da durchaus ein Teil der Partitur sein darf, größtenteils aber zu vermeiden ist, überlaufen sollten, unter anderem da die Umstände, die Vorboten, die ab und an in den entsprechenden Textteilen auftauchen, aber die Dinge nicht weiter beeinflussen sollen, dramatisch genug schon scheinen, so wie die glitzernden Pappsterne die vielleicht permanent aufgehängt werden, so dass man nach ihnen greifen, dass man zu ihnen hinaufschauen kann, damit man Sterne sieht, da oben, so dass da eben was ist, weil es ja so ist, wie es ist.

Regie: André Uelner

Es spielen: Jan Siemens, Gabriele Soyka, Sabrina Dowie, Farbod Hosseini, Heidi Schmitt, Katharina Pauls, Ermylia Aichmalotidou, Susanne Bergner, Susanne Weber, Steffi Bittner

Ekard Cordes 2010. Aproposkalypse. © Felix Bloch Erben GmbH & Co. KG, Berlin, Verlag für Bühne Film und Funk.

What you cannot have sir, you must kill

Zack.

εάν αναρωτιέστε κι εσείς – όπως κι εγώ – από τα εφηβικά σας και αρχαιότερα ίσως χρόνια γιατί ο τύπος: έξυπνος, όμορφος, γοητευτικός, διαβασμένος, σκοτεινός

είναι

με την βοηθό πιστολάκι κατηγορία Γ

εδώ θα βρείτε απαντήσεις

σ’ αυτό και άλλα ερωτήματα που αιωνίως σας απασχολούν

 

δροσερό, νεανικό, γρήγορο, καλοκαιρινό
με πολύ Dada, Cabaret (το μικρό όνομα του συγγραφέα υποθέτω) Voltaire  και Fleurs du Mal
με πολύ αλκοόλ, τσιγαρίλα και… μουσική βεβαίως βεβαίως.
εδώ μικρό απόσπασμα στα γερμανικά μέχρι να αξιωθώ να το πιάσω και στα ελληνικά:

 

«Hast du geheult?», fragte Mario.

«Seh ich so aus?»

«Ein bisschen schon, ehrlich gesagt.»

«Nein, hab ich nicht, das liegt wahrscheinlich an dem ganzen Fusel, den ich intus hab. – Aber ich hätte ganz gerne geheult heute», sagte ich, und ich erzählte ihm, dass es vor bei war mit Bianca.

«Scheiße», sagte Mario, «ihr wart so ein schönes Paar.»

«Blödsinn.»

«Doch, ehrlich. – Sie immer das pralle Leben und du da – neben immer voll depri.»

«Stimmt doch gar nicht», sagte ich.

«Na und ob das stimmt! – Du hättest euch mal sehen sollen, so von außen.»

«Idiot», sagte ich, und ich war mir echt nicht sicher, ob er das ernst meinte oder mich verkohlte, aber grinsen mussten wir beide dann trotzdem. André Kubiczek 2016, Skizze eines Sommers, S. 304

και μην ξεχνάτε:

What you cannot have sir, You must kill.

Und ich dachte, ja, sie hatten total recht, die Triffids, wenn man nicht selber eingehen wollte vor lauter Kummer und Elend im Herzen, dann musste man eben das töten, was man nicht bekam. Man musste es aus seiner Erinnerung reißen und nicht erst warten, bis es nach Jahren von selbst verblasst war. Man musste das mit Gewalt tun und so schnell, wie man ein Plaster abriss von einer verkrusteten Wunde.

Zack.

André Kubiczek 2016, Skizze eines Sommers, S. 307.

Περί ειμαρμένης

Ποιο από τα δύο συμβαίνει; Τα μέλλοντα έχουν στο σύνολο τους καθοριστεί εκ των προτέρων και έχουν γραφτεί από τη μοίρα ή μήπως από αυτά δεν έχουν καθοριστεί αλλά συμβαίνουν κατά τρόπο ακαθόριστο και ακτάστατο;
Γεωργίου Γεμιστού ΠΛΗΘΩΝΟΣ
ΝΟΜΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΗ
ΖΗΤΡΟΣ, 135.

…αντίθετα, στο σύμπαν, ευθύς αξ αρχής, συγκεκριμένα σημάδια προμήνυαν την εμφάνιση συγκεκριμένων πραγμάτων, άλλα βρίσκονται στα εντόσθια άλλα στο πέταγμα των πουλιών, στον κεραυνό, στα θαύματα, στα οράματα και στα όνειρα, στα λόγια των τρελών.
Οι άνθρωποι που έχουν δώσει προσοχή σ’ αυτά τα φαινόμενα, συχνά δεν πέφτουν έξω, λανθασμένα συμπεράσματα και ερμηνείες, δεν οφείλονται σε αδυναμιές των ίδιων των πραγμάτων, αλλά στην άγνοια των ερμηνευτών.
Κικέρων De divinatione
Robert Sharples 2002. Στωικοί, Επικούρειοι και Σκεπτικοί. Μια εισαγωγή στη Ελληνιστική Φιλοσοφία. ΘΥΡΑΘΕΝ, 97.

hello stranger

Willkommen! And bienvenue! Welcome!
Fremder, étranger, stranger
Glücklich zu sehen
Je suis enchanté
Happy to see you
Bleibe, reste, stay
Willkommen! And bienvenue! Welcome!

Meine damen und herren
Mes dames et messieurs
Ladies and gentlemen
Guten abend! Bon soir! Good evening!
Wie geht’s? Comment ca va?
Do you feel good?

Willkommen! And bienvenue! Welcome!

Leave your troubles outside
So life is disappointing, forget it!
In here life is beautiful

Bleibe, reste, stay

Wir sorgen!
Willkommen! And bienvenue! Welcome!
Fremder, etranger, stanger
Glücklich zu sehen

Je suis enchanté
Happy to see you
Bleibe, reste, stay
Willkommen! And bienvenue! Welcome!